Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασώματος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασώματος

  1. ο χωρίς σώμα
  2. άυλος, που υπάρχει μόνο σαν ιδέα
    αγάπη είναι μία ασώματη έννοια που δεν μπορούμε να τη δούμε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία