Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασπροπρόσωπος η ασπροπρόσωπη το ασπροπρόσωπο
      γενική του ασπροπρόσωπου της ασπροπρόσωπης του ασπροπρόσωπου
    αιτιατική τον ασπροπρόσωπο την ασπροπρόσωπη το ασπροπρόσωπο
     κλητική ασπροπρόσωπε ασπροπρόσωπη ασπροπρόσωπο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασπροπρόσωποι οι ασπροπρόσωπες τα ασπροπρόσωπα
      γενική των ασπροπρόσωπων των ασπροπρόσωπων των ασπροπρόσωπων
    αιτιατική τους ασπροπρόσωπους τις ασπροπρόσωπες τα ασπροπρόσωπα
     κλητική ασπροπρόσωποι ασπροπρόσωπες ασπροπρόσωπα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπροπρόσωπος < άσπρο και πρόσωπο (ίσως σχηματίστηκε σε αντιδιαστολή προς το μουτζουρωμένος επειδή το μεσαίωνα προτού διαπομπεύσουν κάποιον που καταδίκαζαν για ένα αδίκημα, μαύριζαν ή κοκκίνιζαν με μπογιές και στάχτες το πρόσωπό του)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασπροπρόσωπος

  1. ο καθαρός, τίμιος άνθρωπος, που έχει λόγο να υπερηφανεύεται για κάτι, κάτι για το οποίο υπήρχε, απεναντίας, η πιθανότητα να εκτεθεί
    Τον συνέστησα σε μια δουλειά παρότι είναι άπειρος και πιτσιρικάς, αλλά με έβγαλε ασπροπρόσωπο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία