Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρχιτεχνίτης < αρχι- + τεχνίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρχιτεχνίτης αρσενικό

  1. ο πρώτος τεχνίτης μιας ομάδας, ο επικεφαλής, ο προϊστάμενος
  2. (κατ' επέκταση) ο πιο έμπειρος τεχνίτης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία