Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αργυρούχος η αργυρούχα το αργυρούχο
      γενική του αργυρούχου της αργυρούχας του αργυρούχου
    αιτιατική τον αργυρούχο την αργυρούχα το αργυρούχο
     κλητική αργυρούχε αργυρούχα αργυρούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αργυρούχοι οι αργυρούχες τα αργυρούχα
      γενική των αργυρούχων των αργυρούχων των αργυρούχων
    αιτιατική τους αργυρούχους τις αργυρούχες τα αργυρούχα
     κλητική αργυρούχοι αργυρούχες αργυρούχα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αργυρούχος < άργυρος + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αργυρούχος, -α, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία