Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απορριμματοφόρος η απορριμματοφόρα το απορριμματοφόρο
      γενική του απορριμματοφόρου της απορριμματοφόρας του απορριμματοφόρου
    αιτιατική τον απορριμματοφόρο την απορριμματοφόρα το απορριμματοφόρο
     κλητική απορριμματοφόρε απορριμματοφόρα απορριμματοφόρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απορριμματοφόροι οι απορριμματοφόρες τα απορριμματοφόρα
      γενική των απορριμματοφόρων των απορριμματοφόρων των απορριμματοφόρων
    αιτιατική τους απορριμματοφόρους τις απορριμματοφόρες τα απορριμματοφόρα
     κλητική απορριμματοφόροι απορριμματοφόρες απορριμματοφόρα
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απορριμματοφόρος < απορρίμματα + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απορριμματοφόρος. -ος ή -α, -ο, το ουδέτερο αναφερόμενο σε όχημα φέρεται ουσιαστικοποιημένο

  1. αυτός που φέρει, μεταφέρει απορρίμματα
    απορριμματοφόρος κάδος, απορριμματοφόρα μαούνα,

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία