Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική απονενοημένος απονενοημένη απονενοημένο
γενική απονενοημένου απονενοημένης απονενοημένου
αιτιατική απονενοημένο απονενοημένη απονενοημένο
κλητική απονενοημένε απονενοημένη απονενοημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απονενοημένοι απονενοημένες απονενοημένα
γενική απονενοημένων απονενοημένων απονενοημένων
αιτιατική απονενοημένους απονενοημένες απονενοημένα
κλητική απονενοημένοι απονενοημένες απονενοημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απονενοημένος < ελληνιστική κοινή ἀπονενοημένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου του ἀπονοέομαι, -οῦμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

απονενοημένος, -η, -ο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία