Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αποθετικός αποθετική αποθετικό
γενική αποθετικού αποθετικής αποθετικού
αιτιατική αποθετικό αποθετική αποθετικό
κλητική αποθετικέ αποθετική αποθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποθετικοί αποθετικές αποθετικά
γενική αποθετικών αποθετικών αποθετικών
αιτιατική αποθετικούς αποθετικές αποθετικά
κλητική αποθετικοί αποθετικές αποθετικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθετικός <
  1. αρχαία ελληνική ἀποθετικός < ἀποτίθημι
    1. ενέργεια του ρήματος
    2. επειδή αρχικά θεωρήθηκε ότι είχαν αποβάλει κάποια στιγμή την ενεργητική μορφή τους

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αποθετικός

  1. που αποθέτει κάτι
  2. (γραμματική) χαρακτηρισμός ρημάτων που έχουν μόνο καταλήξεις παθητικής φωνής (σε -oμαι, -ούμαι ή -ιέμαι)
    τα ρήματα εργάζομαι, έρχομαι, εκμεταλλεύομαι, διαπραγματεύομαι κλπ είναι αποθετικά
    δείτε: Παράρτημα:Αποθετικά ρήματα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία