Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απενοχοποίηση οι απενοχοποιήσεις
      γενική της απενοχοποίησης
& απενοχοποιήσεως
των απενοχοποιήσεων
    αιτιατική την απενοχοποίηση τις απενοχοποιήσεις
     κλητική απενοχοποίηση απενοχοποιήσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απενοχοποίηση < από- + ένοχος + -ποίηση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απενοχοποίηση θηλυκό

  • η διαδικασία με την οποία κάποιος παύει να έχει ενοχές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία