Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενοχή οι ενοχές
      γενική της ενοχής των ενοχών
    αιτιατική την ενοχή τις ενοχές
     κλητική ενοχή ενοχές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενοχή < μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενοχή θηλυκό

  1. η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη
    ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου
  2. (και στον πληθυντικό) η κατάσταση κατά την οποία κάποιος μέμφεται τον εαυτό του για πράξη ή παράλειψή του - το συναίσθημα που συνοδεύει αυτήν την κατάσταση
    δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις
  3. η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράλειψης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία