Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απένταρος < στερητικό α- + πεντάρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απένταρος

  1. που δεν έχει καθόλου χρήματα
    έφαγα όλα τα λεφτά μου και έχω μείνει απένταρος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία