Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αξόμπλιαστος αξόμπλιαστη αξόμπλιαστο
γενική αξόμπλιαστου αξόμπλιαστης αξόμπλιαστου
αιτιατική αξόμπλιαστο αξόμπλιαστη αξόμπλιαστο
κλητική αξόμπλιαστε αξόμπλιαστη αξόμπλιαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αξόμπλιαστοι αξόμπλιαστες αξόμπλιαστα
γενική αξόμπλιαστων αξόμπλιαστων αξόμπλιαστων
αιτιατική αξόμπλιαστους αξόμπλιαστες αξόμπλιαστα
κλητική αξόμπλιαστοι αξόμπλιαστες αξόμπλιαστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αξόμπλιαστος < α- + ξομπλιαστός < ξομπλιάζω < ξόμπλι < μεσαιωνική ελληνική ἐξόμπλιον, υποκοριστικό του ἔξομπλον < ἔξεμπλον < λατινική exemplum (δείγμα, παράδειγμα, άξιο προσοχής) < eximo < ex + emo < πρωτοϊταλικά *emō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) h₁em- (παίρνω, διανέμω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αξόμπλιαστος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία