↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντλιοστάσιο τα αντλιοστάσια
      γενική του αντλιοστασίου
αντλιοστάσιου
των αντλιοστασίων
    αιτιατική το αντλιοστάσιο τα αντλιοστάσια
     κλητική αντλιοστάσιο αντλιοστάσια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αντλιοστάσιο < αντλία + -στάσιο

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

αντλιοστάσιο ουδέτερο

  • (τεχνολογία), (μηχανολογία): ο χώρος όπου είναι μόνιμα εγκαταστημένες αντλίες
  • (ναυτικός όρος, ναυπηγικός όρος) ειδικό διαμέρισμα των δεξαμενοπλοίων που βρίσκεται πρύμνηθεν των δεξαμενών φορτίου και πριν το μηχανοστάσιο όπου φέρονται οι αντλίες φορτοεκφόρτωσης και οι αντλίες καθαρισμού των κυτών. Στα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια απαντάται και βοηθητικό αντλιοστάσιο πρώραθεν των δεξαμενών φορτίου.

  Μεταφράσεις

επεξεργασία