Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντιμήνσιο < μεσαιωνική ελληνική αντιμήνσιον < αντί + λατινική mensa (αντιτραπέζιον)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιμήνσιο ουδέτερο

  • (εκκλησία) ύφασμα που καλύπτει την αγία τράπεζα, στο ένα άκρο του οποίου είναι ραμμένα άγια λείψανα χρησιμοποιούνται δέ τα αντιμήνσια επί μόνων των ακαθιερώτων και ανεγκαινιάστων αγ. Τραπεζών ως αντιβαινούσης προς τε τον σκοπόν του αντιμηνσίου και προς την χιλιετή του Εκκλησιαστικήν παράδοσιν καθώς το Πηδάλιον κελεύει.(βλ. Κων/νος Καλλίνικος Πρωτοπρεσβύτερος "Χριστιανικός Ναός και τα τελούμενα εν αυτω", εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα.)


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία