Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανιονικός η ανιονική το ανιονικό
      γενική του ανιονικού της ανιονικής του ανιονικού
    αιτιατική τον ανιονικό την ανιονική το ανιονικό
     κλητική ανιονικέ ανιονική ανιονικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανιονικοί οι ανιονικές τα ανιονικά
      γενική των ανιονικών των ανιονικών των ανιονικών
    αιτιατική τους ανιονικούς τις ανιονικές τα ανιονικά
     κλητική ανιονικοί ανιονικές ανιονικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανιονικός < ανιόν, (αντιδάνειο) αγγλική anionic

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανιονικός, -η, -ο

  1. (χημεία): ο σχετικός με ανιόν
    ανιονικός πολυμερισμός, ανιονικό σύμπλοκο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

^ κατιονικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία