Δείτε επίσης: ἀνάριθμος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανάριθμος η ανάριθμη το ανάριθμο
      γενική του ανάριθμου της ανάριθμης του ανάριθμου
    αιτιατική τον ανάριθμο την ανάριθμη το ανάριθμο
     κλητική ανάριθμε ανάριθμη ανάριθμο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανάριθμοι οι ανάριθμες τα ανάριθμα
      γενική των ανάριθμων των ανάριθμων των ανάριθμων
    αιτιατική τους ανάριθμους τις ανάριθμες τα ανάριθμα
     κλητική ανάριθμοι ανάριθμες ανάριθμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάριθμος < αρχαία ελληνική ἀνάριθμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανάριθμος, -η, -ο

  1. που δεν έχει λάβει αριθμό, δεν έχει αριθμηθεί
    Ανάριθμο θεωρείται το όχημα το οποίο δεν εχει εφοδιαστεί ακόμα με αριθμό κυκλοφορίας. (*)
  2. αναρίθμητος
  3. (γραμματική) μη αριθμητός, χωρίς γραμματικούς αριθμούς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία