Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αμπελώνας οι αμπελώνες
      γενική του αμπελώνα των αμπελώνων
    αιτιατική τον αμπελώνα τους αμπελώνες
     κλητική αμπελώνα αμπελώνες
όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
αμπελώνας στην Κροατία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμπελώνας < αρχαία ελληνική ἀμπελών

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.bɛ.ˈlɔ.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμπελώνας αρσενικό

  1. μεγάλη έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται, αποκλειστικά, αμπέλια
  2. το σύνολο των αμπελοκαλλιεργειών μιας περιοχής, νήσου, διοικητικού διαμερίσματος, ή και χώρας
  3. αμπελοχώραφο με πάνω από 1000 ρίζες αμπέλου, συνεπώς μεγαλύτερο από τρία στρέμματα, (νησιωτική αντίληψη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία