Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αμπελώνας οι αμπελώνες
      γενική του αμπελώνα των αμπελώνων
    αιτιατική τον αμπελώνα τους αμπελώνες
     κλητική αμπελώνα αμπελώνες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Αμπελώνας.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμπελώνας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμπελών ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀμπελώνας [1] Συγχρονικά αναλύεται σε αμπέλ(ι) + -ώνας.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /am.beˈlo.nas/, και σε γρήγορο λόγο a.beˈlo.nas
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐μπε‐λώ‐νας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αμπελώνας αρσενικό

  1. (αμπελουργία) μεγάλη έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται, αποκλειστικά, αμπέλια
  2. το σύνολο των αμπελοκαλλιεργειών μιας περιοχής, νήσου, διοικητικού διαμερίσματος, ή και χώρας
  3. αμπελοχώραφο με πάνω από 1000 ρίζες αμπέλου, συνεπώς μεγαλύτερο από τρία στρέμματα, (νησιωτική αντίληψη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία