Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αμπελώνες αρσενικό

  1. αμπελώνας, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού