Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλογάς οι αλογάδες
      γενική του αλογά των αλογάδων
    αιτιατική τον αλογά τους αλογάδες
     κλητική αλογά αλογάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλογάς < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλογάς αρσενικό

  1. (επάγγελμα) αυτός που εκτρέφει άλογα
  2. (επάγγελμα) έμπορος αλόγων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία