Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλευρικό τα αλευρικά
      γενική του αλευρικού των αλευρικών
    αιτιατική το αλευρικό τα αλευρικά
     κλητική αλευρικό αλευρικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλευρικό < αλεύρι • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλευρικό ουδέτερο

  1. δοχείο κουζίνας που τοποθετείται αλεύρι (όπως π.χ. λαδικό)
  2. το αλευροκόσκινο (σε κάποιες περιπτώσεις χρήσης)
  3. ιδιαίτερο κελί μοναστηριού που χρησιμοποιείται ως αλευραποθήκη
  4. (ιδιωματικό) η παρακαταθήκη αλεύρων ενός σπιτιού
  5. (ποτό) ζεστό ρόφημα με γάλα και αλεύρι
     συνώνυμα: αλευρόγαλο. αλευρόγαλη, αλευρογαλιά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία