Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λαδικό τα λαδικά
      γενική του λαδικού των λαδικών
    αιτιατική το λαδικό τα λαδικά
     κλητική λαδικό λαδικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαδικό < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαδικό ουδέτερο

  1. (κουζινικά) σκεύος με το οποίο ρίχνουμε λάδι σε φαγητό, το ροΐ ή ρογί.
  2. εργαλείο για να ρίξουμε μικρή ποσότητα λαδιού ή λιπαντικού σε εξαρτήματα μηχανής.
  3. γριά φλύαρη και κουτσομπόλα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία