Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακυρότητα οι ακυρότητες
      γενική της ακυρότητας των ακυροτήτων
    αιτιατική την ακυρότητα τις ακυρότητες
     κλητική ακυρότητα ακυρότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακυρότητα < ελληνιστική κοινή ἀκυρότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακυρότητα θηλυκό

  1. η έλλειψη εγκυρότητας, η απουσία κύρους σε μια διαδικασία, το άκυρο στοιχείο σε κάτι
    ακυρότητα εγγράφων, γάμου

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία