Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακουστός < αρχαία ελληνική ἀκουστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακουστός, -ή, -ό

  1. που μπορούν οι άλλοι να τον ακούσουν
  2. που εισακούγεται
  3. ξακουστός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία