Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακετυλένιο τα ακετυλένια
      γενική του ακετυλενίου
ακετυλένιου
των ακετυλενίων
    αιτιατική το ακετυλένιο τα ακετυλένια
     κλητική ακετυλένιο ακετυλένια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακετυλένιο < (ορθογραφικό δάνειο) γαλλική acétylène + -ιο[1] < acetyl < λατινική acetum [2] + αρχαία ελληνική ὕλη [3]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακετυλένιο ουδέτερο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία