Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αθλιότητα οι αθλιότητες
      γενική της αθλιότητας των αθλιοτήτων
    αιτιατική την αθλιότητα τις αθλιότητες
     κλητική αθλιότητα αθλιότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αθλιότητα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αθλιότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του άθλιου
  2. (και στον πληθυντικό) άθλια ενέργεια
  3. μεγάλη φτώχεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία