Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αεροπλανικός αεροπλανική αεροπλανικό
γενική αεροπλανικού αεροπλανικής αεροπλανικού
αιτιατική αεροπλανικό αεροπλανική αεροπλανικό
κλητική αεροπλανικέ αεροπλανική αεροπλανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αεροπλανικοί αεροπλανικές αεροπλανικά
γενική αεροπλανικών αεροπλανικών αεροπλανικών
αιτιατική αεροπλανικούς αεροπλανικές αεροπλανικά
κλητική αεροπλανικοί αεροπλανικές αεροπλανικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροπλανικός < αεροπλάνο + -ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική aéroplane < aéro- (< αρχαία ελληνική ἀήρ) + -plane (< planer < λατινική planus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleh₂-)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αεροπλανικός

  1. που έχει σχέση με τα αεροπλάνα, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αεροπλανικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία