Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αερολιθικός η αερολιθική το αερολιθικό
      γενική του αερολιθικού της αερολιθικής του αερολιθικού
    αιτιατική τον αερολιθικό την αερολιθική το αερολιθικό
     κλητική αερολιθικέ αερολιθική αερολιθικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αερολιθικοί οι αερολιθικές τα αερολιθικά
      γενική των αερολιθικών των αερολιθικών των αερολιθικών
    αιτιατική τους αερολιθικούς τις αερολιθικές τα αερολιθικά
     κλητική αερολιθικοί αερολιθικές αερολιθικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερολιθικός < αερόλιθ(ος) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αερολιθικός, -ή, -ό,

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία