Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροδυναμική < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεροδυναμική θηλυκό

  1. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη ροή των αερίων γύρω σώματα και την κίνηση των σωμάτων μέσα στον αέρα
  2. η ροή του αέρα γύρω από ένα κινούμενο σώμα
Η αεροοδυναμική του αυτοκινήτου του επιτρέπει να επιταχύνει πιο γρήγορα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αεροδυναμική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία