Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αεροδιάδρομος αεροδιάδρομοι
γενική αεροδιαδρόμου αεροδιαδρόμων
αιτιατική αεροδιάδρομο αεροδιαδρόμους
κλητική αεροδιάδρομε αεροδιάδρομοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αεροδιάδρομος = αέρας, εναέριος + διάδρομος, διαδρομή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αεροδιάδρομος αρσενικό

  1. ΄(αεροπορικός όρος): ο ειδικά οριοθετημένος διάδρομος στην ατμόσφαιρα μέσα στον οποίο υποχρεούνται να κινούνται τα αεροσκάφη, υποκείμενα στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συχνά συγχέεται με το διάδρομο αποπροσγείωσης των αεροδρομίων (runway), δηλαδή τον πραγματικό και όχι νοητό χώρο στον οποίο προσγειώνονται ή από τον οποίο απογειώνονται τα αεροσκάφη.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία