Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιάστατος (el), , -ο

  • που δεν έχει διαστάσεις, που δεν τον χαρακτηρίζουν διαστάσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία