Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδαμιαίος η αδαμιαία το αδαμιαίο
      γενική του αδαμιαίου της αδαμιαίας του αδαμιαίου
    αιτιατική τον αδαμιαίο την αδαμιαία το αδαμιαίο
     κλητική αδαμιαίε αδαμιαία αδαμιαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδαμιαίοι οι αδαμιαίες τα αδαμιαία
      γενική των αδαμιαίων των αδαμιαίων των αδαμιαίων
    αιτιατική τους αδαμιαίους τις αδαμιαίες τα αδαμιαία
     κλητική αδαμιαίοι αδαμιαίες αδαμιαία
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

αδαμιαίος < Αδάμ

  Επίθετο επεξεργασία

αδαμιαίος -α -ο

  • που αναφέρεται ή μοιάζει στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο, και κυρίως στη γύμνια του
    εμφανίστηκε με αδαμιαία περιβολή - (δηλαδή γυμνός)

  Μεταφράσεις επεξεργασία