Δείτε επίσης: ἀγδίκιωτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

αγδίκιωτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγδίκιωτος. Δείτε και τη μεσαιωνική λέξη ἀγδίκητος.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγδίκιωτος (el)

  1. (λαϊκότροπο) που πήρε εκδίκηση
  2. ατιμώρητος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία