Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αγγλικανικός αγγλικανική αγγλικανικό
γενική αγγλικανικού αγγλικανικής αγγλικανικού
αιτιατική αγγλικανικό αγγλικανική αγγλικανικό
κλητική αγγλικανικέ αγγλικανική αγγλικανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγγλικανικοί αγγλικανικές αγγλικανικά
γενική αγγλικανικών αγγλικανικών αγγλικανικών
αιτιατική αγγλικανικούς αγγλικανικές αγγλικανικά
κλητική αγγλικανικοί αγγλικανικές αγγλικανικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγλικανικός < αγγλική Anglican < λατινικό Anglicanus

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγγλικανικός -ή -ό

  • που αναφέρεται ή σχετίζεται με την Εκκλησία της Αγγλίας ή κάποια από τις άλλες Εκκλησίες ανά τον κόσμο που ακολουθούν το ίδιο δόγμα με αυτήν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία