Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαπημένα < μετοχή παρακειμένου του αγαπιέμαι, παθητικού του αγαπώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɣa.pi.ˈmɛ.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγαπημένα ουδέτερο (στον πληθυντικό)

  1. ουσιαστικοποιημένη μετοχή, από τον πληθυντικό του ουδετέρου της μετοχής παραθητικού παρακειμένου του ρήματος αγαπώ
  2. τα bookmarks, οι σελιδοδείκτες στο διαδίκτυο, οι ιστοσελιδες που κάποιος σημειώνει για να επισκέπτεται συχνά χωρις να χρειάζεται να τις αναζητεί

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αγαπημένα

Να παίζετε αγαπημένα. Μην τσακώνεστε

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

αγαπημένα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία