Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβυσσοβενθικός η αβυσσοβενθική το αβυσσοβενθικό
      γενική του αβυσσοβενθικού της αβυσσοβενθικής του αβυσσοβενθικού
    αιτιατική τον αβυσσοβενθικό την αβυσσοβενθική το αβυσσοβενθικό
     κλητική αβυσσοβενθικέ αβυσσοβενθική αβυσσοβενθικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβυσσοβενθικοί οι αβυσσοβενθικές τα αβυσσοβενθικά
      γενική των αβυσσοβενθικών των αβυσσοβενθικών των αβυσσοβενθικών
    αιτιατική τους αβυσσοβενθικούς τις αβυσσοβενθικές τα αβυσσοβενθικά
     κλητική αβυσσοβενθικοί αβυσσοβενθικές αβυσσοβενθικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβυσσοβενθικός < άβυσσος + βενθικός + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβυσσοβενθικός , -ή , -ό

  1. (βιολογία) ο σχετιζόμενος με το βένθος της αβύσσου, στο βυθό των ωκεανών
    αβυσσοβενθικοί οργανισμοί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία