Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αβουλκάνιστος αβουλκάνιστη αβουλκάνιστο
γενική αβουλκάνιστου αβουλκάνιστης αβουλκάνιστου
αιτιατική αβουλκάνιστο αβουλκάνιστη αβουλκάνιστο
κλητική αβουλκάνιστε αβουλκάνιστη αβουλκάνιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβουλκάνιστοι αβουλκάνιστες αβουλκάνιστα
γενική αβουλκάνιστων αβουλκάνιστων αβουλκάνιστων
αιτιατική αβουλκάνιστους αβουλκάνιστες αβουλκάνιστα
κλητική αβουλκάνιστοι αβουλκάνιστες αβουλκάνιστα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβουλκάνιστος < α- + βουλκνίζω + -τος < γαλλική vulcaniser < λατινική Vulcanus

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβουλκάνιστος, -η, -ο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία