Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβγουλωτός < αβγό

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβγουλωτός, -ή, -ό

  1. που περιέχει αβγά ή γίνεται με αβγό, που έχει πολλά αβγά ή που έχει μορφή αβγού (όχι ιδιαίτερα δόκιμη λέξη σε καμία από τις έννοιες)


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία