Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβαγιανός οι αβαγιανοί
      γενική του αβαγιανού των αβαγιανών
    αιτιατική τον αβαγιανό τους αβαγιανούς
     κλητική αβαγιανέ αβαγιανοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβαγιανός < βαγιά < αρχαία ελληνική βαΐς < αρχαία αιγυπτιακή b'j (κοπτικά bai)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβαγιανός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία