Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ίντσα οι ίντσες
      γενική της ίντσας των ιντσών
    αιτιατική την ίντσα τις ίντσες
     κλητική ίντσα ίντσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίντσα < αγγλική inch

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίντσα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία