Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίντσα ίντσες
γενική ίντσας ιντσών
αιτιατική ίντσα ίντσες
κλητική ίντσα ίντσες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίντσα < αγγλική inch

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ίντσα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία