Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άρνηση υπηρεσίας < → δείτε τις λέξεις άρνηση και υπηρεσία < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική denial of service

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

  1. (διαδίκτυο) έχουμε δύο περιπτώσεις, την κακόβουλη ενέργεια (επίθεση) και την αστοχία συστήματος:
    1. (επίθεση άρνησης υπηρεσίας) κυβερνοεπίθεση όπου ο επιτιθέμενος εξαντλεί τους πόρους (resources) του συστήματος στόχου (πχ. ιστοχώρου) με αποτέλεσμα αυτό να μην μπορεί να εξυπηρετήσει τους προβλεπόμενους χρήστες του
      ※  Η ευπάθεια θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο απομακρυσμένης εκμετάλλευσης και να προκληθεί άρνηση υπηρεσίας (DoS).[1]
      ※  Με την εφαρμογή της οδηγίας πλαίσιο για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών, οι επιθέσεις για τις οποίες υπάρχει ποινική ευθύνη θα επεκταθούν για να συμπεριλάβουν, π.χ., τις επιθέσεις του τύπου "άρνηση υπηρεσίας" (denial of service) σε όλα τα κράτη μέλη.[2]
      ※  Οι επιθέσεις DoS είναι βασισμένες στην ανικανότητα του server να εξυπηρετήσει έναν μεγάλο αριθμό ταυτόχρονων αιτημάτων. Ως αποτέλεσμα, ο εξυπηρετητής καταρρέει και το δίκτυο τίθεται εκτός λειτουργίας. [3]
    2. (άρνησης υπηρεσίας, αστοχία) δυσλειτουργία ή και πλήρης κατάρρευση συστήματος όταν για κάποιο λόγο (πχ. περιορισμός χρόνου χρήσης, δημοσίευση είδησης, ακτιβισμός, κλπ.) ο αριθμός των χρηστών του αυξάνεται πέραν των προδιαγραφών του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία