Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άμισθος η άμισθη το άμισθο
      γενική του άμισθου της άμισθης του άμισθου
    αιτιατική τον άμισθο την άμισθη το άμισθο
     κλητική άμισθε άμισθη άμισθο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άμισθοι οι άμισθες τα άμισθα
      γενική των άμισθων των άμισθων των άμισθων
    αιτιατική τους άμισθους τις άμισθες τα άμισθα
     κλητική άμισθοι άμισθες άμισθα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

άμισθος < α- στερητικό + μισθός

  Επίθετο επεξεργασία

άμισθος, -η, -ο

  1. που δεν πληρώνεται με μισθό
    άμισθος υποθηκοφύλακας
    άμισθη μαθητεία

  Μεταφράσεις επεξεργασία