Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καμηλοπαρδαλίδης οι Καμηλοπαρδαλίδες
      γενική του Καμηλοπαρδαλίδη των Καμηλοπαρδαλιδών
    αιτιατική τον Καμηλοπαρδαλίδη τους Καμηλοπαρδαλίδες
     κλητική Καμηλοπαρδαλίδη Καμηλοπαρδαλίδες
Συνήθως στον πληθυντικό
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Καμηλοπαρδαλίδες < Καμηλοπάρδαλις + -ίδες στον πληθυντικό < ελληνιστική κοινή καμηλοπάρδαλις

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καμηλοπαρδαλίδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  • (αστρονομία) διάττοντες αστέρες που δημιουργούνται από την σύμπτωση της τροχιάς της γης με τα απομεινάρια σκόνης που εκτιμάται ότι άφησε πίσω του ο κομήτης 209P/LINEAR
    ※  Έχουν το μάλλον αστείο όνομα Καμηλοπαρδαλίδες, επειδή θα φαίνονται να προέρχονται από τον αστερισμό της Καμηλοπάρδαλης, και για πρώτη φορά αναμένεται να κάνουν την εμφάνισή τους -και μάλιστα άκρως θεαματική- στους ουρανούς της Γης το βράδυ της Παρασκευής προς τα χαράματα του Σαββάτου. (* εφημερίδα Το Βήμα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία