Δείτε επίσης: Καμηλοπάρδαλις

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καμηλοπάρδαλις < κάμηλος + πάρδαλις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καμηλοπάρδαλις θηλυκό

  1. η καμηλοπάρδαλη
    γίνονται δ᾽ ἐν τούτοις τοῖς τόποις καὶ αἱ καμηλοπαρδάλεις, οὐδὲν ὅμοιον ἔχουσαι παρδάλει