↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Απόλλων
      γενική του Απόλλωνος
    αιτιατική τον Απόλλωνα
     κλητική Απόλλων
Κατηγορία όπως «Βύρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Απόλλων < αρχαία ελληνική Ἀπόλλων < προελληνική *Apalʸun[1] («Le rapprochement avec Appaliuna du hittite est des plus douteux».)[2]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /aˈpo.lon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Α‐πόλ‐λων

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Απόλλων αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία, θεωνύμιο) θεός των αρχαίων Ελλήνων που συσχετίζεται με τον ήλιο και την Πυθία στους Δελφούς
  2. ανδρικό όνομα

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Beekes 2010, 118–119, λήμμα Ἀπόλλων
  2. Chantraine 1999, 98, λήμμα Ἀπόλλων.
  • Beekes 2010: Robert Beekes, Lucien van Beek, Etymological Dictionary of Greek, σειρά Leiden Indo-European Etymological Dictionary Series, τ. 10, εκδ. Brill, Leiden / Boston 2010, ISBN 978-90-04-17418-4, σελ. xlviii + 1808.
  • Chantraine 1999: Pierre Chantraine, Dictionnaire étymologique de la langue grecque: histoire des mots, εκδ. Klincksieck, 1999, ISBN 2-252-03277-4, σελ. XIV + 1140.