Δείτε επίσης: Αγαθή, αγαθή

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αγάθη οι Αγάθες
      γενική της Αγάθης των (Αγαθών)
    αιτιατική την Αγάθη τις Αγάθες
     κλητική Αγάθη Αγάθες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

Αγάθη < ελληνιστική κοινή Ἀγάθη < αρχαία ελληνική ἀγαθός

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αγάθη θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. αρχαία ελληνική πόλη της Γαλατίας, το σημερινό Άγντ, ή εξελληνισμένα Άγδη
  3. αγία του Χριστιανισμού
  4. οικισμός της Αλμωπίας στην Πέλλα
  5. ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή του Πατριαρχείου Αντιοχείας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

Αγάθη < γενική ενικού του αρσενικού Αγάθης

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Αγάθη θηλυκό άκλιτο

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματοςΕπεξεργασία

Αγάθη αρσενικό