Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /baɪ/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

by (en)

  1. δίπλα, κοντά, παρά, πλησίον
  2. μέσω, διαμέσου
  3. κατά (μια χρονική περίοδο)
  4. μέχρι, έως, ως
  5. από
  6. (μεταφορά) με
    by boat - με πλοίο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

by (en)

  1. δίπλα, κοντά, πλάι, πλησίον
  2. στην άκρη
  3. πέρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

by oneself: μόνος, ολομόναχος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

by (no)



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : //
by 

  ΣύνδεσμοςΕπεξεργασία

by (pl) αρσενικό

  1. για, για να, ώστε
  2. δυνητικό θα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στη λέξη μπορεί να μεταβιβάζονται οι καταλήξεις του ρήματος



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

by 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

by (sv)