Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

allay < (κληρονομημένο) μέση αγγλική alayen, aleyen, aleggen < αγγλοσαξονική āleċġan (αφήνω, αποφεύγω, παρατάω) < πρωτογερμανική *uzlagjaną. Αναλύεται ως a- + lay Οι παρόμοιες προφορές του y και του g στην μέση αγγλική προκάλεσαν σύγχυση όσον αφορά τις σημασίες του allay, του alloy και του allege.[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈleɪ/
 

  ΡήμαΕπεξεργασία

allay (en)

  1. κατευνάζω, μετριάζω κάτι
     συνώνυμα: pacify, appease, assuage, compose, soothe, calm, quiet
    I can't allay his fears, whatever I say to him - δεν μπορώ να κατευνάσω τους φόβους του ο,τι και να του πω
  2. απαλύνω, ανακουφίζω (πόνο)
    this painkiller will allay your pain - αυτό το παυσίπονο θα ανακουφίσει τον πόνο σου
  3. (παρωχημένο) (κατʼ επέκταση) → δείτε alloy

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

allay (en)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. allay - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)



Κέτσουα (qu)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

allay (qu)

  ΠηγέςΕπεξεργασία

Bolivian Quechua - English Dictionary by Philip S. Lott