Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ding Dinge
γενική Ding(e)s Dinge
δοτική Ding(e) Dingen
αιτιατική Ding Dinge


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ding < από πρωτογερμανική ρίζα, συγγενές με το αγγλικό thing

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ding (de) ουδέτερο

  1. πράγμα, αντικείμενο
  2. (ιστορικά) λαϊκή συνέλευση στα αρχαία γερμανικά φύλα

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  1. Sache, Gegenstand, Zeug