Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -δρόμιο τα -δρόμια
      γενική του -δρομίου
-δρόμιου
των -δρομίων
    αιτιατική το -δρόμιο τα -δρόμια
     κλητική -δρόμιο -δρόμια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-δρόμιο (λόγιο) < ελληνιστική κοινή -δρόμιον < αρχαία ελληνική -δρόμιος < δρόμος[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðɾɔ.mi.ɔ/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-δρόμιο

  1. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν κάποιο είδος δρόμου που εξυπηρετεί την κίνηση αυτών που δηλώνει το α΄ συνθετικό
    πεζοδρόμιο
  2. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο εγκαταστάσεων με διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης
    αεροδρόμιο, κοσμοδρόμιο
  3. β΄ συνθετικό λέξεων που δηλώνουν ένα σύνολο αθλητικών εγκαταστάσεων σχετικών με αυτό που δηλώνει το α΄ συνθετικό
    παγοδρόμιο, ποδηλατοδρόμιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία