Arrows blue.png Δείτε επίσης: υπεύθυνος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπεύθυνος < ὑπό + εὐθύνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὑπεύθυνος, -ος, -ον

  1. σχετικός με αξίωμα για το οποίο κάποιος είναι υπόλογος, πρέπει να λογοδοτήσει γι' αυτό στο τέλος της θητείας του
  2. ο άρχοντας που πρέπει να λογοδοτήσει στο τέλος της θητείας του
  3. που πρέπει να τιμωρηθεί για άδικη πράξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία