Δείτε επίσης: Ἰσθμός, ισθμός

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἰσθμός οἱ ἰσθμοί
      γενική τοῦ ἰσθμοῦ τῶν ἰσθμῶν
      δοτική τῷ ἰσθμ τοῖς ἰσθμοῖς
    αιτιατική τὸν ἰσθμόν τοὺς ἰσθμούς
     κλητική ! ἰσθμέ ἰσθμοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰσθμώ
γεν-δοτ τοῖν  ἰσθμοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἰσθμός < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἰσθμός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία